Κεφαλαίο 7

Υπήρχε κάποτε ένας εκπαιδευτής, ο Γκάριγκ, που πίστευε ότι ο νεαρός ακόλουθος Χούμα θα αποτύγχανε στην προετοιμασία του για την Ιπποσύνη. Ο Γκάριγκ ήταν ένας κτηνάνθρωπος που έμοιαζε περισσότερο με αρκούδα στο πρόσωπο και στο κορμί. Μερικοί αμφέβαλλαν ακόμα και για το αν ήταν ιππότης, έτσι κτηνώδης που ήταν. Στην πραγματικότητα ο Γκάριγκ είχε σκοπό να εξαντλήσει τον Χούμα μέσα σε ένα μήνα.

Ο Χούμα είχε παραμείνει όμως. Είχε μείνει, είχε μάθει και είχε διακριθεί, κι ας τον τρόμαζε τόσο ο Γκάριγκ. Ο Άρχοντας Όσγουολ, ο Υψηλός Πολεμιστής, τον είχε ενθαρρύνει. Όπως ο Ρέναρντ, έτσι και ο Όσγουολ είχε δει στον Χούμα κάτι που ήταν αποφασισμένος να καλλιεργήσει, παρά την αμφίβολη καταγωγή του αγοριού. Τελικά ο ακόλουθος ύψωσε το ανάστημά του στον τρομερό εκπαιδευτή και τον νίκησε καθαρά σε κάτι που μόνο επιπόλαια μπορούσε να θεωρηθεί «ψεύτικη μονομαχία». Ήταν μια νίκη τόσο ενάντια στο φόβο όσο και ενάντια στον Γκάριγκ.

Εκείνη τη στιγμή ο Χούμα ένιωθε ξανά φόβο μπροστά στην παρουσία του ανθρώπου που τον είχε βοηθήσει να ξεπεράσει τον προηγούμενο σκόπελο.

Ο Υψηλός Πολεμιστής ήταν ντυμένος και πανέτοιμος. Ο Χούμα απορούσε –όπως και πολλοί άλλοι– που ο ηλικιωμένος ιππότης δεν ξεκουραζόταν ποτέ. Ο διοικητής της εκστρατείας καθόταν σε ένα απλό, ξύλινο σκαμνί που βρισκόταν σε έντονη αντίθεση με την πλουμιστή ενδυμασία του. Η περικεφαλαία του ήταν ακουμπισμένη στο τραπέζι, πλάι του, όπου βρίσκονταν σκόρπιοι πάνω από μια ντουζίνα χάρτες. Ο Χούμα ένιωσε λες και η περικεφαλαία η ίδια τον κοίταζε εξεταστικά.

Στο δωμάτιο βρίσκονταν μόνο άλλοι δυο ιππότες. Ο πρώτος ήταν ένας κοντός, στρογγυλός, άντρας που η ίδια του η εμφάνιση ακτινοβολούσε δύναμη και εξυπνάδα. Λιγοστές τρίχες κάλυπταν το κεφάλι του, εκτός από ένα μουσάκι και μερικές τούφες στο πίσω μέρος. Ο Άρακ Χόκαϊ[1] δε διέθετε μεγάλη αίσθηση του χιούμορ. Το όνομά του οφειλόταν στην εξαιρετική ικανότητά του να στοχεύει με το τόξο. Τον ήξεραν ακόμα και οι νομαδικές φυλές των βορείων περιοχών. Τους ξεπερνούσε όλους στο άλογο και το τόξο. Είχε βάλει ως προσωπικό του στόχο να διδάξει μια ομάδα ιπποτών να ιππεύουν και να τοξεύουν σαν τους νομάδες των πεδιάδων. Φορούσε τα εμβλήματα του Τάγματος του Στέμματος, το οποίο διοικούσε κατά την εκστρατεία.

Ανάμεσά τους, και δίνοντας ελάχιστη σημασία στο νεαρό ιππότη, στεκόταν ο Μπένετ, γιος του Μεγάλου Μάγιστρου, ανιψιός του Υψηλού Πολεμιστή και αντιπρόσωπος του Τάγματος του Ξίφους. Η παρουσία του Μπένετ ήταν αυτή που παρέλυε περισσότερο τον Χούμα. Η προσωποποίηση της Ιπποσύνης, ο Μπένετ ήξερε απέξω λέξη προς λέξη όλους τους εσωτερικούς κανονισμούς που είχε θεσπίσει ο Βίνους Σολάμνους πριν από τόσο καιρό. Ζούσε τηρώντας τους απολύτως – και αυτός ήταν ο λόγος που ο Χούμα είχε μπορέσει να μείνει μέχρι εκείνη τη στιγμή στο τάγμα. Παρά την επιρροή του, ο Μπένετ δε θα έκανε τίποτα αντίθετο προς τον Όρκο και το Μέτρο. Όταν οι κατηγορίες σχετικά με τους προγόνους του Χούμα απέτυχαν να τον αποβάλουν, ο Μπένετ δε στράφηκε σε πιο απεχθή μέτρα – όπως θα έκαναν μερικοί, αν και ιππότες. Αντί γι’ αυτό, ο γιος του Μεγάλου Μάγιστρου του φερόταν σαν να ήταν αναγκαίο κακό, αγνοώντας τον όσο μπορούσε. Εξαιτίας της επιρροής του Μπένετ, ο Χούμα δυσκολευόταν πολύ ν’ αποκτήσει φίλους όσο περνούσε ο καιρός. Ο Μπένετ έμοιαζε πολύ στην εμφάνιση με τον πατέρα και το θείο του, αλλά περισσότερο με τον πρώτο. Όσοι είχαν γνωρίσει τον Άρχοντα Τρέικ στα νιάτα του ορκίζονταν ότι δεν υπήρχε καμία διαφορά ανάμεσα στο γονιό και στο βλαστάρι του. Ο Οίκος των Μπάξτρι ήταν ο αρχαιότερος με βασιλικό αίμα. Παρόμοια χαρακτηριστικά έβρισκες σε πολλούς ευγενείς της Αυτοκρατορίας του Έργκοθ. Καθώς ο Μπένετ γύρισε αλλού με το μυαλό του, υποτίθεται, στην προκειμένη υπόθεση, το βλέμμα του συναντήθηκε στιγμιαία με αυτό του Χούμα. Η ματιά του ήταν ψυχρή.

«Μπορείς να φύγεις ή να μείνεις κατά τη θέλησή σου, Ρέναρντ.»

Ο Ρέναρντ σφίχτηκε. «Θα μείνω, με την άδεια του Υψηλού Πολεμιστή.»

Αυτό δεν άρεσε στον Μπένετ – ήταν ολοφάνερο. Ο γιος του Τρέικ μισούσε τον Ρέναρντ σχεδόν όσο και τον Χούμα, αλλά για διαφορετικούς λόγους. Μόνο ένα άτομο –εκτός από τον Άρχοντα Όσγουολ– μπορούσε να νικήσει το βλαστάρι του Μεγάλου Μάγιστρου σε εικονική μονομαχία. Για κάποιον σαν τον Μπένετ, που περηφανευόταν θεωρώντας τον εαυτό του τέλειο, αυτό ήταν σχεδόν ανυπόφορο. Εκείνη τη δεδομένη στιγμή οι δυο αντίζηλοι κοιτάζονταν ανοιχτά, με τον Ρέναρντ να δείχνει τόσο σεβασμό όσο και σ’ ένα φύλλο χορταριού.

Ο Άρχοντας Όσγουολ στράφηκε στον Χούμα. «Κανονικά την αναφορά σου θα την έπαιρνε ο Άρχοντας Άρακ, αλλά μια και οι συνθήκες που αντιμετωπίσουμε αλλάζουν από τη μια στιγμή στην άλλη, θέλω να την ακούσουμε όλοι αμέσως. Σ’ αυτό έχουν συμφωνήσει και ο Άρακ και ο Μπένετ.» Ο Μπένετ έριξε μια ματιά στο θείο του και γύρισε ξανά αλλού το βλέμμα. «Δεν αρχίζεις λοιπόν;»

«Άρχοντά μου.» Ο Χούμα καθάρισε τον κόμπο που ’χε στο λαιμό. Ύστερα από τις πρώτες αυτές λέξεις, η ταραχή του εξαφανίστηκε κι έδωσε όλες τις λεπτομέρειες της επίθεσης με καθαρές και ακριβείς φράσεις. Οι τρεις διοικητές τον άκουγαν προσεκτικά. Ο Χούμα δεν παρέλειψε την παρουσία του Μάτζιους, αν και απέκρυψε το μεγαλύτερο μέρος της κουβέντας τους.

Όταν τέλειωσε, στάθηκε σιωπηλός με τα μάτια καρφωμένα στο κενό και το κορμί του σε στάση απόλυτης προσοχής. Οι άρχοντες των ιπποτών αλληλοκοιτάχτηκαν και συζήτησαν μερικά από τα σημεία της αναφοράς. Ψιθύριζαν και ο Χούμα δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε τραβήξει την προσοχή τους.

Ο Άρχοντας Χόκαϊ απομακρύνθηκε από τους άλλους δύο και στράφηκε στον Ρέναρντ. «Ιππότη Ρέναρντ, έχεις κάτι να προσθέσεις;»

«Μόνο ότι έχω βάλει άντρες να ψάχνουν το δάσος για κάποιο σημάδι ξένης παρουσίας και έχω ορίσει καινούριο αρχηγό της φρουράς κατά την απουσία του Χούμα.»

Η παρόρμησή του να απαντήσει ήταν σχεδόν ακατανίκητη, αλλά η εκπαίδευσή του βοήθησε τον Χούμα να της αντισταθεί. Ο Ρέναρντ τον είχε στηρίξει.

«Κατάλαβα» είπε ο Άρχοντας Όσγουολ. «Τελειώσαμε λοιπόν. Ιππότη Χούμα, συνιστώ στον Άρχοντα Άρακ Χόκαϊ να σου δώσει μια δεύτερη ευκαιρία. Είναι προφανές ότι σε κατέλαβε κάποια μαγεία εξαιρετικού μεγέθους και το ότι έφυγες από το στρατόπεδο χωρίς να ενημερώσεις κανέναν οφείλεται σε αυτό ακριβώς.»

Η ματιά του Μπένετ ήταν φονική, αλλά ο Χούμα ένιωθε υπερβολική ανακούφιση για να της δώσει σημασία.

«Ευχαριστώ, άρχοντά μου… άρχοντές μου.»

Ο Υψηλός Πολεμιστής σήκωσε το χέρι του. «Είστε και οι δύο ελεύθεροι.»

Ο Άρχοντας Χόκαϊ πρόσθεσε «Ιππότη Χούμα και Ιππότη Ρέναρντ, είστε ελεύθεροι υπηρεσίας για την υπόλοιπη νύχτα. Ξεκουραστείτε.»

Ο Ρέναρντ σχεδόν έγνεψε καταφατικά, σαν να ήξερε από την αρχή πού θα κατέληγε το συμβούλιο. Έφυγαν ενώ οι τρεις διοικητές στρέφονταν ο ένας στον άλλο. Η φωνή του Μπένετ υψωνόταν θυμωμένη. Προφανώς είχε την αίσθηση ότι το Μέτρο απαιτούσε πολύ μεγαλύτερη τιμωρία για κάτι που γι’ αυτόν ισοδυναμούσε με έσχατη απερισκεψία. Πριν του δοθεί απάντηση όμως, τόσο ο Χούμα όσο και ο Ρέναρντ βρίσκονταν κάπου μακριά για ν’ ακούσουν.

«Καλά τα πήγαμε» είπε αδιάφορα ο Ρέναρντ.

Ο Χούμα δεν μπορούσε να τον κοιτάξει. «Ευχαριστώ, Ρέναρντ.»

«Για τι πράγμα; Γι’ αυτό; Κάποιος πρέπει να σε σώσει από τον εαυτό σου. Άλλωστε, δεν μπορούσα να δώσω τέτοια ικανοποίηση στον Μπένετ. Ούτε καν για τον Όρκο. Ούτε για το Μέτρο.»

Τα λόγια του άφησαν τον Χούμα εμβρόντητο. Φαίνεται πως ο Ρέναρντ ακολουθούσε το δικό του κώδικα.

Περπάτησαν τον υπόλοιπο δρόμο σιωπηλοί.


Ένα μεγάλο μπρούτζινο κάστρο υψωνόταν μπροστά στον Χούμα. Κρεμόταν στην άκρη του πουθενά και αυτό το πουθενά ήταν γνωστό ως Άβυσσος. Το κάστρο, αν και μεταλλικό, κατέρρεε από τα γεράματα.

Ο Χούμα ένιωσε να έλκεται άθελά του προς τη μοναδική πύλη του κάστρου. Όντα που θα έπρεπε να είναι νεκρά προσφέρθηκαν να του δείξουν το δρόμο. Λεπροί του χαμογελούσαν δίχως χείλη. Ένα θύμα της πανούκλας που κάποτε ήταν γυναίκα πήγε να του πιάσει το χέρι. Με μια αποστροφή γεμάτη φρίκη, είδε πως ήταν η μητέρα του. Ο Χούμα ζάρωσε κι εκείνη χάθηκε.

Η μουχλιασμένη πύλη κατέβηκε για να τη διαβεί. Από μέσα ένα χέρι τού έγνεψε να προχωρήσει. Τον περίμενε μια ψηλή μορφή, ντυμένη με κουρελιασμένα ρούχα και μια σκουριασμένη κορόνα πάνω σε τι; Στο κεφάλι της; Δεν υπήρχε πρόσωπο κάτω από την κορόνα παρά μόνο δυο κόκκινες σφαίρες μέσα σε μια θάλασσα απείρου.

Πίσω του η πύλη έκλεισε σιωπηλά.


Ο Χούμα ξύπνησε μούσκεμα στον ιδρώτα. Το στρατόπεδο δεν είχε ξυπνήσει ακόμα, αν και σύντομα οι ιππότες θα άρχιζαν να σαλεύουν. Ο Χούμα ένιωθε ευγνώμων γι’ αυτό. Ύστερα από τέτοιο όνειρο δεν είχε καμία διάθεση να ξανακοιμηθεί.

Τόσο ζωηρά όνειρα δεν τον είχαν βασανίσει άλλοτε. Υπήρχαν εκείνοι που έλεγαν ότι αυτά τα όνειρα είχαν τη σημασία τους, αν και το νόημα αυτού εδώ ξεπερνούσε τον Χούμα. Όχι πως δεν είχε αναγνωρίσει το μπρούτζινο κάστρο και το κακό που κατοικούσε μέσα του. Ήταν μια ζωηρή σελίδα από την εκπαίδευσή του, τότε που κάποιος κληρικός του Πάλανταϊν του είχε γνωρίσει τους θεούς που θα έριχναν το Φως. Το όνομα του συγκεκριμένου κακού ήταν Μόρτζιον και ευδοκιμούσε με την αποσύνθεση του κόσμου.

Αν υπήρχε θεός που έβγαινε κερδισμένος από αυτό τον ατέλειωτο πόλεμο, αυτός ήταν ο Μόρτζιον. Αποσύνθεση παντού, ακόμα και στις πόλεις που ο ίδιος ο πόλεμος είχε αφήσει άθικτες – και αν όχι υλική αποσύνθεση, αποσύνθεση ηθική, όπως στην κουρασμένη πόλη του ίδιου του Αυτοκράτορα του Έργκοθ, ενός άντρα που –όπως έλεγαν οι φήμες– ήταν τόσο παραχαϊδεμένος που δεν ήξερε καν ότι γινόταν πόλεμος.

Αν η αποσύνθεση ήταν αχαλίνωτη, η αρρώστια είχε γίνει τρόπος ζωής. Ο Χούμα ένιωσε στοργή στην ανάμνηση της μητέρας του. Ο θάνατός της από λοιμό είχε αλλάξει τα πάντα. Μόνος, ακολούθησε το κάλεσμα του πατέρα του, του άντρα που δεν είχε γνωρίσει ποτέ, αλλά που έλεγχε ολόκληρη την ύπαρξή του. Το τίμημα όμως…

Απόδιωξε το όνειρο μ’ ένα τίναγμα, σηκώθηκε κι ετοιμάστηκε για την καινούρια μέρα. Ο Ρέναρντ είχε υποσχεθεί να μιλήσει στον Άρχοντα Χόκαϊ για να δοθεί στον Χούμα κάποιο ανώτερο πόστο. Στο βαθμό που αυτό αφορούσε το λιπόσαρκο ιππότη, το περιστατικό με τον Μάτζιους είχε ξεχαστεί. Είχε να ασχοληθεί με σημαντικότερα πράγματα.

Ένα πνιχτό βογκητό τον έκανε να κοιτάξει κάτω. Ο Καζ, ξυπνώντας από το θόρυβο, ανοιγόκλεισε τα θολωμένα από τον ύπνο μάτια του. Η έκφρασή του έμοιαζε με ενός αγουροξυπνημένου βοδιού τόσο που ο Χούμα δεν μπόρεσε να κρύψει ένα στιγμιαίο χαμόγελο.

Ο μινώταυρος πήγε να κοιμηθεί ξανά. Προς το παρόν ο Καζ δεν ήξερε τίποτα για τα νυχτερινά γεγονότα. Ικανοποιημένοι που του είχαν αποσπάσει όσες πληροφορίες μπορούσαν, οι ιππότες διοικητές τού είχαν επιτρέψει να κοιμηθεί αξιοπρεπώς.

Μ’ ένα χασμουρητό, ο Χούμα κοίταξε πέρα από το όριο του στρατοπέδου, εκεί που το πρώτο φως της αυγής πήγαινε να ξεπροβάλει ανάμεσα στα δέντρα.

Τα μάτια του καρφώθηκαν πάνω στα τυφλά μάτια εκείνου που δεν μπορούσε να είναι άλλο από αυτό που ο Μάτζιους είχε περιγράψει ως ντρέντγουλφ.

Ίσως κάποτε, στο παρελθόν, να ήταν αληθινός λύκος. Η συνολική σωματική του διάπλαση αυτό έδειχνε, αλλά έμοιαζε λες και κάποιος διεστραμμένος νεκρομάντης τον είχε ανακαλέσει από τους νεκρούς και τα είχε καταφέρει μόνο κατά ένα μέρος. Το κατάλευκο κορμί του δεν είχε ούτε μία τρίχα. Δε φαινόταν να έχει ούτε δέρμα. Ήταν σαν το φάντασμα ενός ζώου που κάποιος κυνηγός είχε σκοτώσει και γδάρει. Αν και ήταν πάνω από επτά μέτρα μακριά, ο Χούμα ένιωσε τη μυρωδιά της νύχτας που πέρασε. Τη δυσωδία της αποσύνθεσης ή του θανάτου.

Το πλάσμα ήξερε ότι ο Χούμα βρισκόταν εκεί. Παρά την προφανή τυφλότητα των ματιών του, τον ένιωθε, τον αντιλαμβανόταν. Πίσω από τα νεκρά του μάτια υπήρχε μια ψυχρή, κακόβουλη ευφυΐα που έμοιαζε να κοροϊδεύει τον ιππότη.

Χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω του, ο Χούμα έγειρε προς το μινώταυρο. «Καζ.»

Ένιωσε τον Καζ να σφίγγεται. «Χούμα;»

«Γύρνα αποδώ. Κοίτα πιο πέρα.»

Ο μινώταυρος υπάκουσε. Άνοιξε τα μάτια –μόλις– και στην αρχή δεν είδε τίποτα, έτσι θολωμένος που ήταν από τον ύπνο. Μόνο όταν τόλμησε να τ’ ανοίξει λίγο περισσότερο, πρόσεξε τη φρικτή μορφή. Η μπόχα του πλημμύρισε τη μύτη.

«Μα τους προγόνους μου» σφύριξε ο Καζ. «Είναι ντρέντγουλφ, Χούμα.»

«Το ξέρω.» Άρα τους ήξερε κι ο μινώταυρος. Τι θέλει εδώ αυτό το λυκόμορφο πλάσμα; αναρωτήθηκε ο ιππότης. Ο Μάτζιους είχε πει ότι θα έφευγαν μόλις ανακάλυπταν ότι είχε φύγει εκείνος. Γιατί βρισκόταν ακόμα εκεί το απαίσιο πλάσμα, αψηφώντας μάλιστα την αυγή; Πώς είχε ξεφύγει από τους φρουρούς;

Ο ντρέντγουλφ συνέχισε να κοιτάζει τον Χούμα με τα νεκρά του μάτια. Γι’ αυτόν βρισκόταν εκεί, δεν υπήρχε αμφιβολία. Συνειδητοποίησε πως ήταν κάτι σαν αγγελιοφόρος.

«Πρέπει να πάω κοντά.»

Ο Καζ σηκώθηκε βιαστικά, με το τσεκούρι στο χέρι. Όμως το πλάσμα ούτε που κοίταξε τον παράξενο σύντροφο του Χούμα. Καθώς ο ιππότης έκανε μερικά διστακτικά βήματα προς το μέρος του, φάνηκε να ανυπομονεί.

«Μη, Χούμα!» Ο Καζ μιλούσε μεγαλόφωνα πια. Το γεγονός ότι κανένας σκοπός δεν ήρθε τρέχοντας ανησύχησε τον Χούμα. Ήταν τόσο ισχυρός ο αφέντης του τέρατος που μπορούσε να βυθίσει ολόκληρο στρατόπεδο στον ύπνο;

Ο Χούμα έδιωξε από πάνω του το χέρι του μινώταυρου και πλησίασε περισσότερο τον ντρέντγουλφ. Η ουρά του απαίσιου πλάσματος κουνιόταν μπρος-πίσω τεμπέλικα. Άνοιξε τα σαγόνια του και ο Χούμα είδε τα σάπια, κίτρινα δόντια του –αρκετά κοφτερά ακόμη– ικανά να του ξεσκίσουν τη σάρκα του μπράτσου. Ο ντρέντγουλφ έγλειψε τα σαγόνια του και το στόμα του πήρε ένα σχήμα σαν να χαμογελούσε με νόημα.

Όταν ο ιππότης τόλμησε να το πλησιάσει στα τρία μέτρα, το τέρας άνοιξε ξανά το στόμα. Αυτό που βγήκε από μέσα του ξάφνιασε τόσο τον Χούμα που κόντεψε να κάνει μεταβολή και να το βάλει στα πόδια.

«Χούουουμααα…»

Πίσω του ο Καζ πρόφερε μια βρισιά. Ο Χούμα ηρέμησε. Είχε τραβήξει το σπαθί του, αλλά δεν ήξερε αν θα τον ωφελούσε με ένα νεκροζώντανο πλάσμα σαν αυτό.

«Χούμα.» Τώρα το όνομά του ακούστηκε καθαρότερα, συνοδευόμενο από ένα σκοτεινό γέλιο.

«Ποιος είσαι; Τι θέλεις;»

Ο ντρέντγουλφ φάνηκε να τον ζυγίζει πριν μιλήσει ξανά. Όταν μίλησε, φαινόταν να διασκεδάζει με την ψυχή του. «Ωραίο κυνήγι μάς χάρισες, Ιππότη της Σολάμνια. Και μας στοίχισες και έναν πολύτιμο υπηρέτη. Σε θεωρούμε τόσο μεγάλο κίνδυνο όσο και τον προδότη φίλο σου, τον Μάτζιους.»

«Τον Μάτζιους.» Ο Χούμα δεν αντέδρασε στο άθλιο πλάσμα. Είχαν στα χέρια τους τον Μάτζιους;

«Τώρα ξέρουμε πού βρίσκεται. Θα μάθει τι σημαίνει να προδίδεις τον Γκάλαν Ντράκος, αρχηγό των αποστατών και δούλο της Βασίλισσας του Σκότους.» Ο Χούμα ήξερε το όνομα και το κακό που κρύβεται πίσω του.

Σαν να ήθελε να δείξει την περιφρόνησή του, ο ντρέντγουλφ κάθισε στα πισινά του πόδια. Ο Χούμα αναρωτήθηκε για μια στιγμή αν είχε κάποια δική του λογική ή αν ήταν απλώς μαριονέτα στα χέρια κάποιας δύναμης.

«Ο Κράινους ήταν έξαλλος μαζί σου μετά τη σύντομη σύγκρουσή σας. Κόντευε να πιάσει το φίλο σου τη στιγμή που εμφανίστηκες εσύ. Δε μας έκανε καμία έκπληξη όταν είδαμε ποιος είσαι. Ο καλός σου φίλος, ο Μάτζιους, σε χρησιμοποίησε ως δόλωμα – το έχεις καταλάβει αυτό, νεαρέ ιππότη;»

Τα βαριά βήματα που άκουσε δίπλα του ο Χούμα τού έδωσαν να καταλάβει ότι ο Καζ είχε πάει πιο κοντά. Ο ντρέντγουλφ έστρεψε στιγμιαία τα τυφλά μάτια του προς το μινώταυρο κι ύστερα τον αγνόησε. Μίλησε ξανά.

«Ήταν επιθυμία του Κράινους να σε ξεκολλήσουμε προσωπικά από το στρατόπεδο και να σε φέρουμε στη μητρόπολή του, για να μονομαχήσει μαζί σου με όλη του την άνεση.»

Ο Χούμα ένιωσε το λαρύγγι του να στεγνώνει. «Στάθηκα τυχερός.»

«Η τύχη είναι ικανότητα. Αν ζούσες πολύ περισσότερο, θα το μάθαινες αυτό.»

Ο ιππότης και ο μινώταυρος σφίχτηκαν. Ο καθένας τους περίμενε το δάσος να πλημμυρίσει ξαφνικά με τις απαίσιες μορφές αμέτρητων ντρέντγουλφ. Ωστόσο τίποτα δεν έγινε και το μοναχικό πλάσμα τούς κορόιδεψε ξανά με το σχεδόν ανθρώπινο χαμόγελό του.

«Από μένα μη φοβάσαι τίποτα. Αν είναι να φοβηθείς κάτι, να φοβάσαι τον εαυτό σου, Ιππότη του Στέμματος. Αυτή τη στιγμή είσαι ο χειρότερος εχθρός του εαυτού σου.»

Με άλλο ένα γέλιο, ο ντρέντγουλφ βρέθηκε στα τέσσερα. Ο Καζ προσπάθησε να τον χτυπήσει, αλλά το τέρας έκανε μεταβολή και χάθηκε στο δάσος. Κι οι δυο τους ήξεραν ότι δε θα το ακολουθούσαν.

«Τι ήταν όλα αυτά;» αναρωτήθηκε ο μινώταυρος.

«Φαίνεται πως ήρθε να με κοροϊδέψει.» Ο Χούμα έβαλε το σπαθί του στο θηκάρι. «Αλλά γιατί ν’ ασχοληθεί ο Κράινους με κάποιον σαν εμένα;»

«Ίσως τον ενδιαφέρει περισσότερο ο φίλος σου. Ίσως αυτός ο φίλος σου να μην πιάνεται εύκολα – και αυτό να είναι ένα απλό κόλπο. Ποιος είναι ο Μάτζιους;»

Ο Χούμα τού διηγήθηκε γοργά τις λεπτομέρειες του νυχτερινού περιστατικού.

Το πρόσωπο του μινώταυρου σκοτείνιασε συνειδητοποιώντας πως όλα αυτά είχαν συμβεί ενόσω κοιμόταν. Καθώς τέλειωνε τη διήγησή του ο Χούμα, μερικοί ιππότες άρχισαν να σαλεύουν.

«Τι πρέπει να κάνω;»

Ο Καζ κούνησε το κεφάλι. «Ξέρω τι θα έκανα εγώ, αλλά οι τρόποι μου είναι διαφορετικοί από τους δικούς σου, Ιππότη της Σολάμνια. Θα έλεγα να δοκιμάσεις το όρθιο πτώμα. Φαίνεται να είναι σύμμαχός σου.»

Ο Καζ είχε δίκιο, κατέληξε ο Χούμα. Ίσως ο Ρέναρντ να μπορούσε να εξηγήσει τα λόγια του Γκάλαν Ντράκος.

Ξαφνικά σηκώθηκε δυνατός άνεμος και κάμποσες τεράστιες μορφές φάνηκαν να παίρνουν σάρκα και οστά μέσα από τον ίδιο τον ουρανό. Παντού ολόγυρα οι ιππότες κοίταζαν τον ουρανό αντικρίζοντας ένα θέαμα που μόνο ενθαρρυντικό μπορούσαν να το βρουν. Μεγαλόπρεπα, φτερωτά πλάσματα πέταξαν κυκλικά πάνω από το στρατόπεδο κάμποσες φορές. Χρυσοί, ασημένιοι, μπρούτζινοι, χάλκινοι, οι δράκοι ήταν υπέροχοι μέσα στη λαμπρότητά τους. Μερικοί ορειχάλκινοι δράκοι πετούσαν στο πλάι τους, αλλά ήταν λίγοι. Αυτοί προτιμούσαν τη ζέστη της ερήμου.

Ο Χούμα υπολόγισε ότι ήταν τριάντα με σαράντα. Σπουδαία δύναμη, ειδικά αν ήταν οργανωμένη. Αυτό ήταν το μοναδικό πλεονέκτημα που είχαν απέναντι στα μαύρα ξαδέρφια τους. Οι δράκοι της Τακίσις ήταν έτοιμοι να φαγωθούν μεταξύ τους, ακόμα και κατά τη διάρκεια της μάχης. Οι δράκοι του Φωτός εκμεταλλεύονταν αμέσως αυτές τις περιστάσεις – πάντοτε.

Με τον ερχομό των δράκων ο Χούμα ξέχασε τους φόβους του στη στιγμή. Η παρουσία των δράκων τον γέμιζε πάντα με μια σχεδόν παιδική αγαλλίαση. Άρχισε να τρέχει προς το σημείο όπου προσγειώνονταν, αγνοώντας τις φωνές του Καζ, ο οποίος δεν είχε καμία όρεξη να τους ξαναδεί τόσο σύντομα μπροστά του.

Ο Χούμα δεν ήταν ο μόνος που έτρεχε. Ακόμα και οι παλαίμαχοι έρχονταν τρέχοντας, γιατί συχνά η επίσκεψη των δράκων σήμαινε ότι υπήρχαν πολύ σημαντικά νέα.

Όταν έφτασε ο Χούμα στο σημείο της προσγείωσης, είδε ότι οι τρεις διοικητές του στρατού είχαν ήδη πιάσει κουβέντα με έναν τεράστιο χρυσό δράκοντα. Παρά το τεράστιο μέγεθος του, ο δράκος μιλούσε με απαλή, σχεδόν γλυκιά φωνή. Φαίνεται πως οι ειδήσεις του ήταν μάλλον ανησυχητικές, γιατί ο Χούμα είδε το βλέμμα του Άρχοντα Όσγουολ να σκοτεινιάζει.

Ο Χούμα εντόπισε τον Ρέναρντ. Ο ιππότης φαινόταν ακόμη πιο ωχρός απ’ ό,τι συνήθως – και φάνηκε να εκπλήσσεται ακούγοντας τον Χούμα να τον φωνάζει.

«Τι νέα, Ρέναρντ;»

«Οι ανατολικές δυνάμεις υποχωρούν.»

Η απουσία συναισθήματος από τη φωνή του λιπόσαρκου Ρέναρντ είχε ως συνέπεια να διαφύγει από τον Χούμα η σημασία της δήλωσής του. Όταν συνειδητοποίησε τι είχε ακούσει, ο Χούμα απόμεινε με το στόμα ανοιχτό. Πήρε ανάσα και ξεστόμισε ακριβώς τις ίδιες λέξεις. Τις ξανάπε άλλη μια φορά – κι ύστερα κούνησε το κεφάλι.

«Δεν είναι δυνατόν! Οι ιππότες δεν έχουν υποστεί ποτέ τέτοια ήττα!»

«Την υπέστησαν τώρα.»

Ήταν αναγκασμένοι να περιμένουν όσο μιλούσαν οι διοικητές με το χρυσό δράκοντα. Ο Καζ στάθηκε δίπλα στον Χούμα με έκφραση που έδειχνε ότι είχε ακούσει τα νέα. Ο νεαρός ιππότης αναρωτήθηκε πώς να ένιωθε ο τεράστιος ανατολίτης. Και πάλι όμως ο μινώταυρος δεν μπορούσε να γυρίσει στον εχθρό έχοντας σκοτώσει έναν από τους αρχηγούς του.

Σαν να διάβασε τη σκέψη του, ο Καζ χαμήλωσε το βλέμμα. «Δε μετάνιωσα για την πράξη μου, Χούμα. Επιλογή μου ήταν να σκοτώσω το ογκρ – και θα το έκανα ξανά. Άλλωστε, δεν έχω πια θέση κοντά στους δικούς μου. Γι’ αυτούς είμαι ένας δειλός που είχε την αδυναμία να δείξει έλεος στους αδύναμους.»

Στο μεταξύ είχαν προσγειωθεί οι περισσότεροι δράκοι. Ο Χούμα πρόσεξε έναν ασημένιο δράκο που –αν είναι δυνατόν!– του φάνηκε γνωστός. Ετοιμαζόταν να διώξει αυτή τη γελοία σκέψη από το μυαλό του, όταν ο δράκος στράφηκε προς το μέρος του και του έγνεψε. Ήταν το ίδιο πλάσμα που τους είχε σώσει, η ίδια δράκαινα που είχε πολεμήσει με το φονικό μαύρο θηρίο που ίππευε ο πολέμαρχος, ο ίδιος ο Κράινους.

Κάπου μπροστά ήχησε ένα κέρας, μια μοναδική λυπητερή νότα που αργοπέθαινε λες κι αυτός που το φυσούσε είχε χάσει κάθε ελπίδα. Θα μπορούσε να είναι κι έτσι.

Οι ουρανοί άρχισαν να μαυρίζουν ξανά. Μέσα σε λίγα λεπτά, η σκοτεινιά θα κατάπινε τις πρώτες γραμμές των ιπποτών. Μόνο οι θεοί ήξεραν τι θα συνέβαινε μέσα στην ακτίνα της.

Ο Μπένετ και ο Άρακ Χόκαϊ βλαστήμησαν δυνατά, ενώ ο Άρχοντας Όσγουολ πήρε όψη γέρου. Οι ώμοι του κύρτωσαν και χρειάστηκε προσπάθεια για να πάρει τα μάτια του από το δράκοντα.

Το τεράστιο ερπετό δε μίλησε, αλλά η συμπόνια του ήταν προφανής.

«Άρχοντά μου!» Ο Μπένετ φώναζε πια. Ο άνεμος δυνάμωνε γοργά. Μερικοί δράκοι χτύπησαν νευρικά τα φτερά τους, νιώθοντας ίσως τις κακόβουλες δυνάμεις που συγκεντρώνονταν σε αυτή την καινούρια απειλή.

Στο άκουσμα της φωνής του ανιψιού του, ο Άρχοντας Όσγουολ φάνηκε να συνέρχεται. Μη σπαταλώντας άλλο χρόνο, διέταξε τους άντρες να ετοιμαστούν για μάχη και να τρέξουν στα πλησιέστερα χαρακώματα. Το στρατόπεδο θα αφηνόταν στο έλεος του ανέμου. Δεν ήταν καιρός για συγυρίσματα. Ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου.

Ο Ρέναρντ χαμήλωσε την προσωπίδα του και φώναξε «Κόλπο ήταν η ήττα μας από το άλλο σκοτάδι. Πάω στοίχημα ότι οι μάγοι θα βρεθούν μπροστά σε χειρότερες δυσκολίες όταν θα προσπαθήσουν να την απωθήσουν – και στοιχηματίζω ότι θα χάσουν.»

Ο άνεμος του γύρισε την ανάσα στα πνευμόνια. Ο Χούμα ακολούθησε το παράδειγμα των άλλων ιπποτών και χαμήλωσε την προσωπίδα του. Πάλεψε να πάρει ανάσα. Δίπλα του ο Καζ ήταν αναγκασμένος να υφίσταται τα πάντα. Ο Χούμα ήξερε ότι οι μινώταυροι έπλεαν στις αγριότερες θάλασσες με αρκετή ευκολία, αλλά και πάλι ο Καζ είχε σκεπάσει το πρόσωπό του με τα χέρια και είχε πέσει στο ένα γόνατο.

Ο άνεμος δυνάμωσε κι άλλο.

Σκόρπια αντικείμενα άρχισαν να παρασέρνονται. Τα άλογα χλιμίντρισαν άγρια καθώς μια σκηνή ξεκόλλησε από τους πασσάλους της κι έπεσε ανάμεσά τους. Ο Χούμα έτρεξε και την πέταξε μακριά από τα ζώα. Αδυνατώντας να την κρατήσει, την είδε να πετάει στριφογυρίζοντας ίσια στο δάσος.

Ολόκληρη η περιοχή γινόταν μια παγίδα θανάτου με εκατό όμοιες μορφές. Οι φωτιές του καταυλισμού έκαιγαν άγριες και πανύψηλες εξαιτίας του ανέμου και μερικές σκηνές άρπαξαν φωτιά.

Ο Καζ αναγκάστηκε να κλείσει τα μάτια του για μην τυφλωθεί από την άμμο που σηκωνόταν. «Σάργκας, συχώρα με! Είναι ο βασιλιάς των τυφώνων, αλλά γίνεται στη στεριά!»

Πραγματικά, ο μινώταυρος φαινόταν να έχει δίκιο. Ο Χούμα δεν είχε ξαναδεί κυκλώνα ή καταιγίδα ικανή να προκαλέσει τέτοια καταστροφή. Τα δέντρα έγερναν επικίνδυνα κοντά στο έδαφος. Λίγο ακόμα και θα ξεριζώνονταν από τη γη, για να πετάξουν στον ουρανό – και το μανιασμένο σκοτάδι δεν έλεγε να κοπάσει. Ήταν απλώς θέμα χρόνου.

Ο Χούμα πάλευε να κρατήσει κάποια ισορροπία. Πόσο πιο τρομερά ήταν τα πράγματα εκεί μπροστά; Μόνο το μοναδικό εκείνο σάλπισμα τούς είχε δώσει κάποια προειδοποίηση. Ο Κράινους τα είχε σχεδιάσει καλά. Ο Γκάλαν Ντράκος τα είχε σχεδιάσει επίσης καλά.

Ξαφνικά όλα ησύχασαν. Ο άνεμος κόπασε σχεδόν ολότελα και στη γη επικράτησε ηρεμία. Ο Καζ σηκώθηκε όρθιος και ο Χούμα σήκωσε την προσωπίδα του για να βλέπει καλύτερα.

«Οι μάγοι! Αυτοί το έκαναν.» Ήταν εκεί, στ’ αριστερά του.

Ήταν δώδεκα συνολικά, έξι Μάγοι του Ερυθρού Χιτώνα και έξι του Λευκού. Ακόμα και από το σημείο που βρισκόταν, ο Χούμα διέκρινε την ένταση τους. Αυτή η καταιγίδα δεν ήταν σαν την προηγούμενη. Εκείνη δεν ήταν μια θολή ψευδαίσθηση – ένα κόλπο έστω. Όπως κι αν είχαν τα πράγματα, οι μάγοι αντιμετώπιζαν πλέον μια δύναμη πολύ-πολύ πιο δυνατή από αυτήν που περίμεναν.

Ένας από τους Μάγους του Ερυθρού Χιτώνα έπεσε εξαντλημένος.

Σηκώθηκε αεράκι.

Ένας ιππέας έκοψε τη θέα του Χούμα. Σήκωσε το βλέμμα και είδε τον Μπένετ, απόλυτο κύριο του εαυτού του και της κατάστασης, παρά τη γενική σύγχυση. Εκείνη τη στιγμή, με το γερακίσιο, μεγαλόπρεπο πρόσωπό του και την πλουμιστή πανοπλία του με τα περίπλοκα σχέδια, θα μπορούσε να είναι ένας από τους ιππότες του Βίνους Σολάμνους.

Ο Μπένετ σάρωσε με το βλέμμα του την περιοχή κι έπειτα έριξε τη ματιά του στο νεότερο ιππότη. «Φέρε τ’ άλογα. Αν δεν τα λευτερώσουμε, θα σκοτωθούν όταν πέσουν οι μάγοι.»

Καθώς μιλούσε, ένας Μάγος του Ερυθρού Χιτώνα ταλαντεύτηκε και έπεσε. Το αεράκι έγινε λαίλαπα.

«Υποχώρηση!» Ο άνεμος υποχρέωνε τον Μπένετ να φωνάζει. «Χωρίς πανικό όμως! Αν πανικοβληθούμε, δε θα μείνει τίποτα ανάμεσα στα τσακάλια της βασίλισσας και στο Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ! Τίποτα!»

Οι δέκα μάγοι που απόμεναν δεν μπορούσαν πια να συντονίσουν τις προσπάθειές τους. Κάμποσοι κατέρρευσαν και οι λιγοστοί που απόμειναν όρθιοι δεν ήταν αρκετοί για να τα βγάλουν πέρα. Με τι λογής δύναμη τα είχαν βάλει;

Η ξαφνική θύελλα τράνταξε τον τόπο και κόντεψε να σωριάσει καταγής τον Χούμα και τον Καζ. Ο Μπένετ μόλις που κατάφερε να διατηρήσει τον έλεγχο του αλόγου του. Το πολεμικό άλογο ήταν συνηθισμένο στο αίμα και το ατσάλι, αλλά όχι σε άνεμο τόσο δυνατό που να σαρώνει τον ιππέα από τη σέλα. Το ένστικτό του έλεγε να τρέξει να κρυφτεί.

Ο Μπένετ φώναξε κάτι ακατάληπτο κι έφυγε καλπάζοντας. Ο Χούμα θυμήθηκε τις προηγούμενες οδηγίες του και προχώρησε έρποντας σχεδόν κοντά στα άλογα που διαμαρτύρονταν έντονα. Ο Καζ τον ακολούθησε. Έχοντας ξαναβρεί την ισορροπία του, προχωρούσε ευκολότερα από τον ιππότη, χάρη στον όγκο του.

Η απελευθέρωση των πολεμικών αλόγων αποδείχτηκε δύσκολο εγχείρημα. Είχαν φρενιάσει και καθετί που κινούνταν τους φαινόταν απειλή. Το πιο κοντινό κλότσησε τον Χούμα και κάποια άλλα του δάγκωσαν το μπράτσο. Παρά τον κίνδυνο, ο Χούμα έπρεπε να πλησιάσει κι άλλο για να μπορέσει να τα λευτερώσει.

Καθώς πλησίαζε, πεταλωμένες οπλές έπεσαν πάνω του και χάρη μονάχα στην τεράστια μορφή που τον κάλυψε με τον όγκο της γλίτωσε το σακάτεμα. Μια οπλή του χτύπησε το δεξί μπράτσο. Η κλοτσιά ήταν γρήγορη, αλλά του μούδιασε το χέρι.

Ο Χούμα με κόπο στάθηκε όρθιος κι άρχισε να λύνει τα χαλινάρια. Είχε ελπίσει να ηρεμήσει μερικά ζώα και ίσως και να καβαλήσει κάποιο για να γλιτώσει, αλλά είχαν κιόλας φύγει. Παρασύρθηκε λίγα μέτρα, αλλά η λογική του πρόλαβε και του υπαγόρευσε να παρατήσει τα γκέμια.

«Καζ!» Ο Χούμα δεν έβλεπε πουθενά το μινώταυρο και ξαφνικά θυμήθηκε πώς εκείνος είχε αποκρούσει την επίθεση του αφηνιασμένου πολεμικού αλόγου. Ο Χούμα γύρισε και είδε την ακίνητη μορφή. Ο Καζ είχε αποκρούσει τα χτυπήματα με το ίδιο του το κορμί. Ο ιππότης θυμήθηκε τον όρκο του μινώταυρου και –πράγμα ασυνήθιστο γι’ αυτόν– πρόφερε μια βλαστήμια. Δεν ήθελε να έχει το κρίμα στο λαιμό του.

«Καζ!» Γονάτισε δίπλα στο σωτήρα του και τον γύρισε ανάσκελα. Προς μεγάλη του ικανοποίηση, ο μινώταυρος άνοιξε τα μάτια.

«Είσαι γερός;» ρώτησε το ταυροκέφαλο πλάσμα.

«Εγώ έπρεπε να κάνω αυτή την ερώτηση!» Ο Χούμα παραλίγο να βάλει τα γέλια. Αφού ο Καζ είχε τη δύναμη να νοιάζεται για τον ίδιο, τότε είχε και τη δύναμη να ζήσει. Τον βοήθησε να σταθεί όρθιος.

«Μπορείς να τρέξεις;»

Ο μινώταυρος έγειρε μπροστά. «Μια στιγμή. Φοβάμαι ότι το άλογο μου έβγαλε όλο τον αέρα από τα πνευμόνια.»

Όσο συνερχόταν ο Καζ, ο Χούμα κοίταζε γύρω του. Το στρατόπεδο είχε σχεδόν ερημώσει. Μερικοί ιππότες τραβολογούσαν κάτι πράγματα πέρα, στα νότια, και ο Χούμα νόμισε πως είδε καβαλάρηδες στ’ ανατολικά. Η σκηνή όπου φρόντιζαν τους τραυματίες οι κληρικοί της Μισακάλ δεν υπήρχε πια. Ο Χούμα δεν έβλεπε πουθενά τραυματισμένους. Τουλάχιστον οι μάγοι τούς είχαν δώσει αρκετό χρόνο για να το σκάσουν. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να ελπίζει ότι και η Γκουίνεθ είχε καταφέρει να γλιτώσει.

Στο μεταξύ, πού ήταν οι δράκοι;

Ο Χούμα είχε να τους δει από το ξέσπασμα της καταιγίδας. Πλέον το μεγάλο τείχος του ψυχρού σκότους είχε φτάσει σχεδόν στο στρατόπεδο, φέρνοντας μαζί του τη σκοτεινιά μιας νύχτας δίχως φεγγάρι. Ο Χούμα δεν ήθελε να ξέρει τι καραδοκούσε μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι, αλλά πίεσε τον εαυτό του να κοιτάξει. Το έκανε και είδε –επιτέλους– τους δράκους του Φωτός.

Είχαν οργανωθεί σε κάτι που ο Χούμα αναγνώρισε σαν έναν από τους σχηματισμούς μάχης τους, ένας είδος διπλού «V».

Μπροστά στο επερχόμενο κακό έμοιαζαν θλιβερά μικροσκοπικοί.

Ο άνεμος συνοδευόταν πια από καταρρακτώδη βροχή. Ο Καζ ρουθούνισε άγρια και σχολίασε τη μυρωδιά των βρεγμένων ανθρώπων. Ήταν αρκετά καλά πλέον ώστε να μπορεί να κινηθεί – αργά αλλά σταθερά. Η καταιγίδα δυσκόλευε πολύ την κίνηση. Καλύτερα αργά και σταθερά παρά να ρισκάρει κανείς να χάσει την ισορροπία του.

Θα μπορούσε μια χαρά να είναι νύχτα. Δεν υπήρχε ούτε ίχνος ηλιακού φωτός. Μπροστά του ο Χούμα διέκρινε αμυδρά κάποιες μορφές. Έτσι όπως πήγαιναν, ακόμα κι αυτές θα χάνονταν καθώς η δύναμη της δρακοβασίλισσας κατέβαλε το φως.

Κατέβαλε το φως…

Είχαν ηττηθεί λοιπόν οι ιππότες; Ο Χούμα ρίγησε στη σκέψη ενός κόσμου που θα βρισκόταν σε αιώνιο σκοτάδι. Ενός κόσμου που θα τον κυβερνούσε η βασίλισσα.

Εκείνη τη στιγμή το μοναδικό φως ήταν οι αστραπές που έσκιζαν τον ουρανό. Δε φαίνονταν να είναι μέρος της καταιγίδας και ο Χούμα έριξε μια ματιά προς τα πάνω διερωτώμενος μήπως ήταν δουλειά των δράκων. Έβλεπαν, επιτέλους, τον εχθρό; Ευχήθηκε –τρελή σκέψη, στερνή– να υπήρχε τρόπος να τους βοηθήσει.

«Χούμα!» Η σφυριχτή φωνή τον ξάφνιασε, αλλά συνειδητοποίησε πως ήταν ο Καζ. Η φωνή του ήταν τραχιά. Ήταν πιο αδύναμος εξαιτίας των τραυμάτων του – απ’ όσο είχε αφήσει τον ιππότη να πιστέψει. «Χούμα! Φως μπροστά μας!»

Αλήθεια ήταν. Δεν ήταν παρά μια αμυδρή φεγγοβολή, σαν εκείνα τα έντομα της νύχτας, πάντως ήταν φως. Είχαν ήδη αρχίσει να κατευθύνονται προς το μέρος του, όταν ο Χούμα θυμήθηκε το σκοτεινό μάγο που είχε προσπαθήσει να τον παγιδέψει. Όμως αυτό το φως δεν απαιτούσε την υπακοή του σαν το άλλο. Μάλλον φαινόταν να προσφέρει βοήθεια, που την είχαν τόσο ανάγκη. Καλού-κακού, ο Χούμα τράβηξε το σπαθί του.

Προχωρούσαν παραπατώντας μέσα στη λάσπη, κοντεύοντας κάθε φορά να πέσουν. Γλιστρώντας και σκοντάφτοντας, συνέχισαν να πλησιάζουν το φως.

Για λίγο το φως δε φάνηκε να πλησιάζει καθόλου. Όμως η απόσταση μειώθηκε σταδιακά και ο Χούμα σύντομα συνειδητοποίησε ότι και το φως ερχόταν προς το μέρος τους. Έσφιξε τη λαβή του ξίφους του. Δίπλα του ένιωσε τον Καζ να σφίγγεται.

«Σ’ έψαχνα.»

Μπροστά τους, μοιάζοντας σαν να φέγγει ο ίδιος και εντελώς ανεπηρέαστος από τους καταιγιστικούς ανέμους και τη βροχή, στεκόταν ο Μάτζιους.

Загрузка...