Κεφαλαίο 2

Όταν ο Χούμα ανέκτησε τις αισθήσεις του, ήταν σκοτάδι. Η Λουνιτάρι τρεμόφεγγε αδύναμα απλώνοντας ένα αχνό, άλικο φως. Σαν αίμα, σκέφτηκε ο Χούμα, αλλά έδιωξε αμέσως αυτή τη σκέψη. Αν η Λουνιτάρι βρισκόταν στη χάση, ποιο από τα υπόλοιπα φεγγάρια θα ήταν στη γέμιση; Ο Σολίναρι ήταν άφαντος. Αν ο Νουιτάρι ήταν όντως στη γέμιση, ο Χούμα δε θα το μάθαινε ποτέ. Κανείς δεν έβλεπε το σκοτεινό φεγγάρι – κανείς, εκτός από τους Μελανούς Χιτώνες, εκείνους τους μάγους που λάτρευαν το σκοτεινό θεό της Μαγείας. Το σκοτεινό φεγγάρι ήταν αόρατο για τους κοινούς θνητούς – και ίσως και για εκείνους που ακολουθούσαν το δρόμο της λευκής και της κόκκινης μαγείας επίσης.

Καθώς επανέρχονταν οι αισθήσεις του, άρχισε να αντιλαμβάνεται καλύτερα το περιβάλλον του. Το άλογο κειτόταν από κάτω του με το λαιμό σπασμένο από την πτώση. Η χοντρή επένδυση της πανοπλίας του μαζί με τον όγκο του αλόγου τον είχαν γλιτώσει από το θάνατο.

Προσπάθησε να σηκωθεί και παραλίγο να λιποθυμήσει. Τα γεμίσματα δε στάθηκαν αρκετά για να τον γλιτώσουν από τη διάσειση. Ενώ περίμενε να συνέλθει εντελώς το κεφάλι του, κοίταξε γύρω του.

Τον καιρό που έβρεχε συχνότερα, εκείνο εκεί θα πρέπει να ήταν ποτάμι. Το βάθος του, τουλάχιστον τέσσερις φορές το μπόι του Χούμα, ήταν παραπάνω από αρκετό για να σκοτώσει ένα αφηνιασμένο άλογο, ακόμη κι ένα δυνατό πολεμικό κέλητα.

Η απέναντι όχθη βρισκόταν κάμποσο μακριά. Κρίνοντας από την ασθενική βλάστηση που δύσκολα περιέγραφες σαν φυτά, ο Χούμα υποπτεύτηκε ότι το ποτάμι είχε στερέψει πολλά χρόνια πριν, πιθανόν κατά τα πρώτα χρόνια του πολέμου, τότε που η δρακοβασίλισσα προσπαθούσε να κερδίσει μια γρήγορη και αποφασιστική νίκη ενάντια στους πιστούς του Πάλανταϊν.

Ο Χούμα τόλμησε να προσπαθήσει ξανά να σταθεί όρθιος. Διαπίστωσε ότι αν δεν έσκυβε απότομα και αν δεν κοίταζε κάτω τόσο απότομα, το σφυροκόπημα του κεφαλιού του γινόταν μια απλή ενόχληση. Έχοντας αυτό στο μυαλό του, κατάφερε να σταθεί στα πόδια του.

«Θεοί.» Η λέξη ήρθε απρόσκλητη, γιατί μόλις εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιούσε ότι ήταν μόνος σε εχθρική περιοχή. Οι υπόλοιποι πρέπει να τον θεωρούσαν νεκρό. Νεκρό ή δειλό που το είχε βάλει στα πόδια.

Σηκωνόταν μια ομίχλη που άπλωνε τα κρύα, πουπουλένια της δάχτυλα σε ολόκληρο το φαράγγι. Μπορούσε να περιμένει να περάσει η νύχτα και να πάρει το δρόμο του με το πρώτο φως –πράγμα που σήμαινε ότι θα έπεφτε πάνω σε μια καινούρια περίπολο των γκόμπλιν– ή μπορούσε να ταξιδεύει νύχτα, παρακαλώντας να είναι όμοια τυφλός με τον ίδιο όποιος καραδοκούσε στην πυκνή ομίχλη. Καμιά προοπτική δεν τον ενθουσίαζε, αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτε άλλο.

Διαπίστωσε ότι ο πονοκέφαλός του είχε υποχωρήσει κάπως και έτσι μπορούσε να ψάξει το έδαφος για το σπαθί του. Ήταν εκεί κοντά, άθικτο. Το σακίδιό του ήταν άλλο πρόβλημα. Ένα μέρος του ήταν θαμμένο κάτω από το άλογο και, μολονότι ήταν δυνατός, η θέση του αλόγου ήταν τέτοια που του ήταν αδύνατο είτε να το ανασηκώσει είτε να το κυλήσει στο πλάι. Έπρεπε να αρκεστεί σε λίγες μερίδες φαγητού, ένα κουτί με ίσκα και τσακμακόπετρα και μερικά προσωπικά του αντικείμενα, ό,τι μπόρεσε να βγάλει από την ελεύθερη πλευρά του σάκου.

Δεν του άρεσε η ιδέα να ταξιδεύει νύχτα, αλλά το να ταξιδεύει μόνος μέρα μεσημέρι τού άρεσε ακόμη λιγότερο. Μάζεψε τα πράγματά του και με το σπαθί στο χέρι άρχισε να ανεβαίνει την όχθη του ποταμού. Πιο ψηλά η ομίχλη θα ήταν αραιότερη και, από στρατηγική άποψη, το ψηλό έδαφος ήταν πλεονεκτικότερο. Έτσι έλπιζε τουλάχιστον.


Η ομίχλη δε χειροτέρεψε, ούτε καλυτέρεψε όμως. Ο Χούμα διέκρινε τα περισσότερα άστρα, αλλά στη γη έβλεπε κάπου στα τρία μέτρα κι έβαζε τα δυνατά του για να διακρίνει κάποιες λεπτομέρειες μέσα στην ασθενική προσπάθεια του φεγγαριού να φωτίσει το σαβανωμένο τόπο. Στο αριστερό του χέρι είχε έτοιμο το σπαθί του. Ασπίδα δεν είχε. Θα πρέπει να την έχασε κατά τον άγριο καλπασμό του αλόγου του.

Κάνοντας αυτή τη σκέψη, δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί τη δαιμονική μορφή που είχε δει στιγμιαία. Αν αυτό το πλάσμα βρισκόταν κάπου εκεί έξω… Έσφιξε κι άλλο το σπαθί του.

Προχωρούσε περίπου μία ώρα όταν άκουσε τις τραχιές κοροϊδευτικές φωνές. Γκόμπλιν! Βούτηξε πίσω από ένα σάπιο κορμό δέντρου. Δεν τους χώριζαν ούτε δέκα μέτρα. Είχε σωθεί χάρη στην ομίχλη και μόνο. Τρία τουλάχιστον γκόμπλιν –μπορεί και τέσσερα– φαίνονταν να κοροϊδεύουν την τύχη κάποιου. Ενός αιχμαλώτου ίσως. Αν και ένα μέρος του εαυτού του τον προέτρεπε να φύγει για να σωθεί, ένα άλλο απαιτούσε να του δώσει όποια βοήθεια μπορούσε. Γλίστρησε πιο κοντά προσεκτικά κι έστησε αφτί.

Μια γεροντίστικη, βραχνή φωνή του τρύπησε το πονεμένο κεφάλι. «Μου φαίνεται ότι ο πολέμαρχος θα μας ανταμείψει ο ίδιος για τούτο δω.»

Μια βαθύτερη φωνή ενώθηκε με την πρώτη. «Μπορεί να μας τον δώσει τον ταύρο. Θα χαρώ να τον γδάρω και να τον κάνω χαλί. Σκότωσε τον Γκάιβερ.»

«Ποτέ δε συμπάθησες τον Γκάιβερ!»

«Μου χρωστούσε χρήματα! Τώρα δε θα τα πάρω ποτέ!»

Μια τρίτη φωνή τους διέκοψε. «Πώς λέτε να τον σκοτώσουν τα ογκρ;»

Ο Χούμα τέντωσε τ’ αφτιά του κι άκουσε τον ήχο ενός μαχαιριού που ακονιζόταν στην πέτρα. «Πολύ αργά. Ξέρουν πολλές πονηριές για κάτι τέτοιες δουλειές.»

Κάτι αλυσίδες κροτάλισαν και ο Χούμα προσπάθησε να εντοπίσει το σημείο. Κάπου πέρα, στα δεξιά, έτσι του φάνηκε.

«Είναι ξύπνιος.»

«Ας γελάσουμε λιγάκι.»

Οι αλυσίδες κροτάλισαν ξανά και μια φωνή βροντερή και καθαρή τους απάντησε. «Δώστε μου ένα όπλο κι αφήστε με να πολεμήσω.»

«Χα!» γέλασαν τα γκόμπλιν. «Θα σου άρεσε, ε, γελαδοπρόσωπε; Δεν είμαστε βλάκες, ξέρεις.»

«Περιμένετε μέχρι να έρθει κάποιος.» Ξαφνικά η φωνή έγινε μουγκρητό, σαν να κατέβαλλε μεγάλη προσπάθεια. Οι φωνές των γκόμπλιν –τέσσερα ήταν, κατέληξε ο Χούμα– σώπασαν, μέχρι που το μουγκρητό έγινε πνιχτή ανάσα. Οι αλυσίδες κροτάλισαν.

«Για μια στιγμή μου φάνηκε πως θα το έκανε!»

«Δυο χάλκινα στοίχημα ότι μπορεί.»

«Τι; Βλάκα! Θα στοιχημάτιζες για κάτι τέτοιο;»

«Ο Γκάιβερ θα στοιχημάτιζε.»

Ο Χούμα, απορροφημένος ολότελα από τα γκόμπλιν, παραλίγο να μην ακούσει τον ελαφρύ βηματισμό πίσω του. Όταν τον άκουσε, πίστεψε ότι τον είχαν δει στα σίγουρα. Ο νεοφερμένος όμως συνέχισε να προχωρεί και ο Χούμα συνειδητοποίησε σύντομα ότι το πλάσμα –ένας σκοπός γκόμπλιν– δεν έβλεπε καθόλου καλά μέσα στην ομίχλη. Λίγα ακόμη βήματα όμως και θα βρισκόταν τόσο κοντά του που ούτε η πυκνότερη ομίχλη δεν τον έσωζε.

Μαζεύοντας το κουράγιο του, ο Χούμα έκανε κύκλο πίσω από το φρουρό. Τον ακολουθούσε βήμα-βήμα, μόνο που ο δικός του διασκελισμός ήταν μιάμιση φορά μεγαλύτερος. Σε κάθε του βήμα βρισκόταν όλο και πιο κοντά. Λίγα βήματα ακόμα…

Από το στρατόπεδο αντήχησε ένας θυμωμένος βρυχηθμός. Ιππότης και γκόμπλιν γύρισαν χωρίς να το σκεφτούν και ύστερα, μόλις συνειδητοποίησαν την κατάσταση, απόμειναν να κοιτάζουν ο ένας τον άλλο. Ο Χούμα ήταν ο πρώτος που αντέδρασε πηδώντας πάνω στο γκόμπλιν σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να το κάνει να σωπάσει. Το χτύπησε με το σπαθί και το κορμί του και το πλάσμα σωριάστηκε καταγής – όχι όμως πριν βγάλει μια πνιχτή κραυγή.


«Πιγκστίκερ;»

Ο Χούμα βλαστήμησε την τύχη του και απομακρύνθηκε από το πτώμα. Τα γκόμπλιν είχαν πάψει να βασανίζουν τον αιχμάλωτό τους –από τον οποίο προέρχονταν προφανώς τα μουγκρητά– και πλέον προχωρούσαν προσεκτικά προς το μέρος απ’ όπου πίστευαν ότι είχε φωνάξει ο σύντροφός τους.

«Πιγκστίκερ!»

«Θα σκόνταψε ξανά σε καμιά πέτρα.»

«Ε και, τι έγινε λοιπόν; Έσπασε το κεφάλι του; Πιγκστίκερ!»

«Μου φαίνεται ότι πρέπει να μείνω εδώ. Για κάθε ενδεχόμενο.»

«Εδώ είναι ο Σνι. Εσύ θα έρθεις μαζί μας, διαφορετικά θα πάθεις ό,τι και ο ταύρος.»

«Καλά, καλά.»

Τα γκόμπλιν έκαναν περισσότερο θόρυβο απ’ ό,τι χρειαζόταν για να σκεπάσει τα βήματα του Χούμα, και η ομίχλη τον έκρυβε καλά, παρά την απίστευτη σκέψη ενός από τα τέρατα να φέρει ένα δαυλό. Ωστόσο, σε λίγο θα έπεφταν πάνω στο πτώμα του συντρόφου τους και αυτό θα έδινε τέλος στην πλεονεκτική θέση του Χούμα.

Οι ελιγμοί του τον έφεραν κοντά στα σύνορα του καταυλισμού. Του φάνηκε πως είδε μια μεγάλη μορφή κουλουριασμένη καταγής, με μια κερασφόρα περικεφαλαία ίσως στο κεφάλι, αλλά η ομίχλη του έδινε διαστάσεις που δεν ταίριαζαν σε άνθρωπο, ούτε καν σε ξωτικό ή νάνο. Η φωτιά αργόσβηνε. Μια καμπουρωτή σκιά την πλησίασε και ο Χούμα κατάλαβε πως ήταν ένα γκόμπλιν, ο Σνι, που είχε μείνει να φυλάει τον αιχμάλωτο.

Παρά το απαλό φως της φωτιάς, ο Χούμα δεν είχε αυταπάτες σχετικά με τις πιθανότητές του να του ορμήσει στα κρυφά. Το έδαφος μπροστά του δεν του παρείχε καμία κάλυψη και το τρεμουλιάρικο γκόμπλιν γύριζε μια αποδώ και μια αποκεί. Στις χούφτες του ο Χούμα είδε να κρατάει κάτι που έμοιαζε με φονικό τσεκούρι με μακριά λαβή.

Ακούμπησε το ελεύθερο χέρι του πάνω σε κάτι επίπεδες πέτρες και στο θολωμένο του μυαλό άρχισε να σχηματίζεται αμυδρά ένα σχέδιο. Έπιασε μια χούφτα πέτρες και τόλμησε να σταθεί στα τέσσερα. Με μια γοργή προσευχή στον Πάλανταϊν, τις πέταξε στην αντίπερα άκρη του καταυλισμού, μακριά από τον αιχμάλωτο.

Προς μεγάλη του ανακούφιση, ο φρουρός αντέδρασε όπως περίμενε. Καθώς το γκόμπλιν έτρεχε να δει τι συνέβαινε, ο Χούμα άρπαξε άλλη μια χούφτα πέτρες, σηκώθηκε όρθιος και τράβηξε αθόρυβα κατά την πλάτη του αιχμαλώτου. Φτάνοντας στη μέση της απόστασης, πέταξε και τη δεύτερη χούφτα πέτρες, αφού βεβαιώθηκε ότι αυτή τη φορά θα πήγαιναν ακόμη πιο μακριά. Με την καρδιά του να χοροπηδάει στο στήθος του, κάλυψε την υπόλοιπη απόσταση.

Όποιος κι αν ήταν ο αιχμάλωτος, ήταν τεράστιος. Τεράστιος και δύσοσμος. Στην πραγματικότητα η περικεφαλαία φαινόταν σαν κάλυμμα κεφαλής, μόνο που ο Χούμα δεν την εξέτασε αρκετά προσεκτικά για να σιγουρευτεί.

«Μην κουνηθείς καθόλου» ψιθύρισε ο Χούμα.

Ένιωσε το κορμί να σφίγγεται, αλλά δεν πήρε καμιά απάντηση. Από το σημείο που στεκόταν, ο Χούμα είδε ότι, ενώ τα χέρια του ήταν αλυσοδεμένα, τα πόδια του ήταν δεμένα με σκοινί. Έφερε το χέρι του στη ζώνη και τράβηξε ένα εγχειρίδιο τη στιγμή που τα γκόμπλιν έβγαζαν όλα μαζί μια φωνή. Είχαν ανακαλύψει το σύντροφό τους.

«Κόψε τα δεσμά σου και τρέχα! Θα κάνω ό,τι μπορώ για να σου δώσω χρόνο!» την ίδια στιγμή που το έλεγε απόρησε με την τόλμη ή την ανοησία του – δεν ήξερε τι από τα δυο. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι, ως ιππότης, όφειλε να διακινδυνεύει τη ζωή του για τους άλλους.

Ο Χούμα ίσιωσε το κορμί του τη στιγμή που ο Σνι γυρνούσε βιαστικά για να δει τι φωνές ήταν αυτές. Στην αρχή το γκόμπλιν τον πήρε για κάποιο σύντροφό του, αλλά τον αναγνώρισε αμέσως και, σηκώνοντας το όπλο του, πήγε να δώσει μια άγρια τσεκουριά στο νεαρό ιππότη. Ο Χούμα την απέφυγε εύκολα και του τρύπησε το μπράτσο. Αυτό έφερε το γκόμπλιν στα συγκαλά του και άρχισε να φωνάζει για βοήθεια.

Οι επιθέσεις του γκόμπλιν δεν είχαν καμία τεχνική, μόνο κτηνώδη δύναμη. Ο Χούμα απέφευγε με ευκολία τις τσεκουριές, αλλά ήξερε ότι κάθε στιγμή καθυστέρησης θα του κόστιζε ακριβά. Άκουγε κιόλας τα υπόλοιπα γκόμπλιν που γυρνούσαν στον καταυλισμό με βαρύ βηματισμό.

Τότε το γκόμπλιν που φαινόταν για αρχηγός έβγαλε μια φωνή έκπληξης και φώναξε: «Ο ταύρος λύθηκε!»

Πραγματικά, κάτι είχε λυθεί και ο Χούμα αναρωτήθηκε ποιον ή τι είχε ελευθερώσει. Με μια άγρια, πρωτόγονη κραυγή, η σκιώδης μορφή προσπέρασε τον Χούμα. Το γκόμπλιν έριξε κατάπληκτο το τσεκούρι του με θόρυβο καταγής κι έπεσε αμέσως κάτω και το ίδιο.

Άοπλο και με τα χέρια αλυσοδεμένα, το γκόμπλιν δε θα κατάφερνε να επιβιώσει ενάντια στους αντιπάλους του. Καθώς όμως ο Χούμα γύρισε για να το βοηθήσει, το πρώτο που είδε ήταν μια άχαρη, γιγάντια μορφή που κυνηγούσε τα γκόμπλιν σαν τα μικρά παιδάκια. Ένα τους βρέθηκε πολύ κοντά του και τώρα συστρεφόταν ανήμπορο στον αέρα, πάνω από το κεφάλι του πρώην αιχμαλώτου. Τα άλλα δυο αποτραβιόνταν πίσω τρομαγμένα. Ο Χούμα κοντοστάθηκε. Ξαφνικά δεν ήταν καθόλου σίγουρος αν ήταν σοφό εκ μέρους του να προχωρήσει κι άλλο.

Ο ελευθερωμένος αιχμάλωτος πέταξε το άμοιρο γκόμπλιν στους δυο πλησιέστερους συντρόφους του και γύρισε να φύγει. Τα δυο γκόμπλιν συγκρούστηκαν με φονική φόρα. Έπεσαν σε σωρό κι απόμειναν ακίνητα.

Ο μοναδικός που επέζησε δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Η ψηλή, μυώδης μορφή άπλωσε μπροστά και τα δυο χέρια και τύλιξε τη σιδερένια αλυσίδα του γύρω από το λαιμό του πανικόβλητου γκόμπλιν. Με ένα μονάχα τίναγμα που πρόδιδε τη δύναμη των τρομερών του μπράτσων, η αλυσίδα τσάκισε το λαιμό του πλάσματος διπλώνοντάς του το κεφάλι προς τα πίσω. Το άψυχο κορμί σωριάστηκε στη γη σαν ένα σακί βρόμη.

Ο Χούμα σταμάτησε κάπου επτά μέτρα από τον αιχμάλωτο που είχε λευτερώσει. Ό,τι κι αν ήταν, τον περνούσε τουλάχιστον τριάντα πόντους –και ο Χούμα δεν ήταν κανένας μικροκαμωμένος– και ήταν δυο φορές φαρδύτερος. Τα μπράτσα του ήταν χοντρά σαν τους μηρούς του Χούμα και τα πόδια του έλεγες πως μπορούσαν να τρέξουν τριάντα χιλιόμετρα χωρίς κανένα σημάδι κόπωσης.

Ο άλλος φάνηκε ικανοποιημένος που πήρε την εκδίκησή του, αλλά ίσιωσε το κορμί του και κοίταξε εξεταστικά τον ιππότη.

Η φωνή του ακούστηκε και πάλι βαθιά και βροντερή. «Σου είμαι ευγνώμων, Ιππότη της Σολάμνια. Σου χρωστάω τη ζωή μου, ένα χρέος που ποτέ δε θα μπορέσω να ξεπληρώσω, αλλά θα κάνω ό,τι μπορώ για να σ’ το ανταποδώσω, ακόμα κι αν μου πάρει ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή μου.»

Ο Χούμα στεκόταν σε επιφυλακή, αλλά ένα μέρος της ανησυχίας του είχε εξαφανιστεί. «Δε μου χρωστάς τίποτα. Ο καθένας το ίδιο θα έκανε.»

Η ψηλή μορφή γέλασε δυσοίωνα. «Αλήθεια;» Γύρισε και κοίταξε τον ιππότη και, ακόμα και στο μισόφωτο, ήταν φανερό ότι ελευθερωμένος δεν ήταν ούτε άνθρωπος ούτε ξωτικό. Τα κέρατα ήταν μέρος του πλάσματος, όπως και η πυκνή, σκούρα γούνα που κάλυπτε τον κορμό του και το μεγαλύτερο μέρος της πλάτης του. Και, για να το θέσουμε ωμά όπως τα γκόμπλιν, έμοιαζε με ταύρο με κορμί ανθρώπου.

Ένας μινώταυρος.

Ο μινώταυρος έκανε μερικά αργά βήματα προς τον Χούμα, σαν να ήθελε να του δείξει ότι δεν ήθελε το κακό του. Αν και η εκπαίδευση του Χούμα του φώναζε ότι αυτός εδώ ήταν εχθρός –και από τους χειρότερους μάλιστα– η φυσική του περιέργεια είχε γοητευτεί από αυτό το πλάσμα. Η πατρίδα του όντος ήταν πολύ μακριά, στην ανατολική ακτή του Άνσαλον. Πάντως η περιέργεια δεν εμπόδισε τον ιππότη να σηκώσει το σπαθί του παίρνοντας μια πιο αμυντική στάση.

Το κεφάλι του πλάσματος φαινόταν υπερβολικά μεγάλο, ακόμη και για το πελώριο κορμί ενός μινώταυρου. Σκούρα, πυκνή γούνα κάλυπτε το πάνω μέρος του και τη μισή του πλάτη κι ένα απαλό χνούδι τα υπόλοιπα. Τα μάτια του έμοιαζαν πολύ με αυτά ενός κανονικού ταύρου, εκτός από την ευφυΐα που κρυφόκαιγε μέσα στις ίριδές τους. Το ρύγχος του ήταν κοντό και φαρδύ, και τα δόντια που διακρίνονταν καθώς χαμογελούσε φαίνονταν καταλληλότερα για να ξεσκίζουν σάρκες παρά να κόβουν το πράσινο χορτάρι. Ο Χούμα θυμήθηκε μερικές από τις ιστορίες αυτής της φυλής κι έκανε άθελά του ένα βήμα πίσω.

Ο μινώταυρος σήκωσε τις μακριές, χοντρές του παλάμες και του έδειξε τις αλυσίδες που τις κρατούσαν δεμένες. Τα δάχτυλά ήταν πιο χοντρά και πιο στρογγυλά από του ανθρώπου και τέλειωναν σε νύχια κοφτερά, αλλά όχι γαμψά. Συγκρίνοντάς τους, οι παλάμες του Χούμα ήταν σαν χρονιάρικου μωρού.

«Αντίθετα με τα γκόμπλιν, που πρέπει να είναι εξαπλάσια από τους αντιπάλους τους για να αποφασίσουν να επιτεθούν, νομίζω ότι έχεις πλεονέκτημα απέναντι μου. Είμαι σίγουρος πως ξέρεις να το δουλεύεις αυτό το ωραίο σπαθί.»

«Ξέρω» κατάφερε να τραυλίσει ο Χούμα. «Τι έκανες εδώ; Γιατί σε έπιασαν τα γκόμπλιν; Πάντα άκουγα να λένε ότι οι μινώταυροι ήταν σύμμαχοι των ογκρ.»

Το άλικο φως του φεγγαριού χάρισε μια τρομακτική λάμψη στα μάτια του πρώην αιχμαλώτου. «Υπόδουλοι στρατιώτες θα ήταν καλύτερος όρος, Ιππότη της Σολάμνια. Δεν είμαστε παρά δούλοι των ξάδερφων μας. Κρατούν τη γη μας και ομήρους τις οικογένειες μας, αν και η λέξη που μεταχειρίζονται είναι προστασία. Γι’ αυτό κάνουμε ό,τι δεν μπορούν να κάνουν εκείνα. Μια μέρα όμως θα κυβερνήσουν οι μινώταυροι. Αυτή τη μέρα περιμένουμε.»

«Αυτό όμως δεν εξηγεί γιατί ήσουν αιχμάλωτος τούτων εδώ.» Ο νεαρός ιππότης προσπάθησε να δείξει όσο περισσότερη αυτοπεποίθηση μπορούσε. Δε θα χρειαζόταν να βάλει τα δυνατά του ο μινώταυρος για να του τσακίσει το σβέρκο. Το είχε ήδη δει να συμβαίνει.

Ο κτηνάνθρωπος άφησε τα αλυσοδεμένα χέρια του να πέσουν και ρουθούνισε. «Σκότωσα το ογκρ που ήταν αρχηγός μου, άνθρωπε. Γερό χτύπημα. Του άνοιξα το κρανίο με τη μία.»

Στη σκέψη ενός χτυπήματος εναντίον ανωτέρου, πόσο μάλλον της δολοφονίας του, ο ιππότης ένιωσε αποστροφή. Σήκωσε την προσωπίδα του και τόλμησε να ζυγώσει το μινώταυρο.

«Τον δολοφόνησες;»

«Συμπαθείς τα ογκρ; Χάρη σε μένα, καμιά ζωή δε θα χαθεί από το τσεκούρι του – και ήταν καλός σ’ αυτό. Αυτό του το αναγνωρίζω. Πολλοί πέθαναν από το τσεκούρι του, άνθρωπε, ακόμα και αδύναμοι, και ανήμποροι. Τον βρήκα πάνω από τα πτώματα ενός ηλικιωμένου αρσενικού και δυο παιδιών, ίσως εγγονιών του γέροντα ανθρώπου. Έκανα αυτό που έκρινα σωστό. Δεν υπάρχει καμιά τιμή στη σφαγή των γερόντων, των αδυνάτων ή των νεαρών, τουλάχιστον για τους δικούς μου. Όχι πως θα ανέχονταν την προδοσία μου. Το είχα φανταστεί πως θα ήταν το ίδιο και για τους Ιππότες της Σολάμνια. Βλέπω πως μπορεί να είχα καταλάβει λάθος.» Ο μινώταυρος σήκωσε άλλη μια φορά τους αλυσοδεμένους καρπούς του, κάνοντας τον Χούμα να τραβηχτεί γοργά κάμποσα βήματα. «Ή σκότωσέ με ή ελευθέρωσέ με από αυτές τις αλυσίδες. Δε με νοιάζει τι από τα δύο. Τα γκόμπλιν έχουν ρίξει υπνωτικό στο ελάχιστο φαγητό που μου έδωσαν. Η κούραση κοντεύει να με αποτελειώσει.»

Πραγματικά, ο μινώταυρος κατέρρεε. Ο Χούμα πήρε μια απόφαση, την απέρριψε, μετά πήρε άλλη, και τελικά επανήλθε στην πρώτη. Αλλά ούτε τότε κινήθηκε. Μπορούσε στ’ αλήθεια να πιστέψει τα λόγια της παράξενης αυτής μορφής που στεκόταν μπροστά του; Οι μινώταυροι υποτίθεται πως ήταν έντιμη ράτσα, αλλά λάτρευαν κακόβουλους θεούς. Αυτό του είχαν διδάξει από παλιά.

Το οπλισμένο του χέρι τρεμούλιασε – τόσο από τις σκέψεις του όσο και από την άβολη στάση που το κρατούσε τόση ώρα. Το τέρας περίμενε υπομονετικά σαν να ήταν έτοιμο, και για τη λευτεριά, και για το θάνατο. Τελικά η ηρεμία και η εμπιστοσύνη με την οποία αντιμετώπιζε το σωτήρα του ο πρώην αιχμάλωτος έκανε τον Χούμα να πάρει την απόφασή του. Αργά και προσεκτικά, έβαλε το σπαθί του στο θηκάρι του.

«Ποιος είχε τα κλειδιά;»

Ο μινώταυρος έπεσε στα γόνατα. Η ανάσα του έβγαινε σφυριχτή, σαν ταύρος έτοιμος να ορμήσει. «Αυτός που έριξα πάνω στους άλλους. Αυτός πρέπει να τα έχει. Δεν είδα κανένα κλειδί. Δεν τα χρειάζονταν. Στο κάτω-κάτω, γιατί να με λευτερώσουν;»

Όσο ξεκουραζόταν ο λιποτάκτης, ο Χούμα πλησίασε το γκόμπλιν και άρχισε να ψάχνει τα πολυάριθμα πουγκιά που κρέμονταν από τη μέση του. Καθένα τους περιείχε ένα μεγάλο αριθμό αντικειμένων και πολλά από αυτά ήταν αηδιαστικά πολεμικά τρόπαια. Γνωρίζοντας βέβαια τα γκόμπλιν, αυτά θα πρέπει να ήταν λάφυρα από πεθαμένους. Μερικά δεν ήταν αναγνωρίσιμα. Σε ένα πουγκί βρήκε τα κλειδιά.

Τα μάτια του μινώταυρου ήταν κλειστά και ο Χούμα φοβήθηκε ότι τελικά κάποιο από τα γκόμπλιν του είχε καταφέρει κάποιο θανάσιμο τραύμα. Ωστόσο, ακούγοντας το κουδούνισμα των κλειδιών, το μεγαλόσωμο πλάσμα άνοιξε τα μάτια του.

«Σ’ ευχαριστώ» είπε όταν ο Χούμα του έλυσε και τους δυο καρπούς. «Μα τις είκοσι γενιές των προγόνων μου, δε θα βρω ανάπαυση μέχρι να σ’ το ξεπληρώσω. Σου τ’ ορκίζομαι.»

«Δε χρειάζεται. Ήταν καθήκον μου.»

Κατά κάποιον τρόπο, ο μινώταυρος κατάφερε να πάρει μια πολύ ανθρώπινη έκφραση αμφιβολίας. «Παρ’ όλα αυτά, εγώ θα τιμήσω τον όρκο μου όπως θεωρώ σωστό. Κανείς να μην μπορεί να πει ότι ο Καζ είναι κατώτερος των προγόνων του.»

Ο Χούμα σηκώθηκε. «Μπορείς να περπατήσεις;»

«Δώσ’ μου ένα λεπτό.» Ο Καζ κοίταξε γοργά γύρω του. «Άλλωστε, δεν έχω καμιά όρεξη να βρεθώ στην ανοιχτή ύπαιθρο απόψε. Θα προτιμούσα κάποιο καταφύγιο.»

«Καταφύγιο από τι;» Ο Χούμα δεν μπορούσε να φανταστεί τι ήταν ικανό να φοβίσει έναν τόσο δυνατό πολεμιστή, εκτός κι αν επρόκειτο για δράκο ή για κάποιο πλάσμα ανάλογων διαστάσεων.

Ο Καζ σηκώθηκε αργά. «Ο αρχηγός ήταν ο τωρινός ευνοούμενος του πολέμαρχου. Φοβάμαι μήπως έχει ξαμολήσει τα ζωάκια του.»

«Δεν καταλαβαίνω.»

Ξαφνικά ο μινώταυρος έστρεψε την προσοχή του στην απόκτηση ενός αξιοπρεπούς όπλου. Εντόπισε το πεσμένο τσεκούρι του πρώτου αντιπάλου του Χούμα, το σήκωσε και το δοκίμασε. «Ωραία. Έργο νάνων μάλλον.» «Ας ελπίσουμε ότι δε χρειάζεται» απάντησε στον Χούμα. «Δε νομίζω πως θα επιζούσε κανείς από τους δυο μας από κάτι τέτοιο.»

Στα χέρια του γκόμπλιν το τσεκούρι φαινόταν μεγάλο. Ο Καζ όμως το κράδαινε με την ευκολία κάποιου που είναι συνηθισμένος σε πολύ μεγαλύτερα όπλα. Το τσεκούρι ήταν φτιαγμένο για να δουλεύεται και με τα δύο χέρια. Ο μινώταυρος το κρατούσε με το ένα.

«Προς τα πού σκόπευες να πας;»

«Βόρεια.»

«Στο Κάιρ;»

Ο Χούμα δίστασε. Ήξερε ότι πολλοί ιππότες, ακόμη κι ο Μπένετ, δε θα λευτέρωναν ποτέ ένα τέτοιο πλάσμα από τα δεσμά του. Θα το σημάδευαν με το σπαθί τους σ’ ολόκληρη τη διαδρομή μέσα στην ερημιά. Και, ασφαλώς, δε θα του έλεγαν ποτέ τον τελικό προορισμό τους. Αν ο υποτιθέμενος αιχμάλωτος ήταν στην πραγματικότητα κατάσκοπος, ένα τέτοιο ολίσθημα της γλώσσας θα αποδεικνυόταν μοιραίο για πολύ περισσότερους από τον Χούμα. Ο Καζ όμως φαινόταν άτομο με αίσθηση της τιμής.

Ο Χούμα συγκρατήθηκε μονάχα για μια στιγμή και ύστερα έγνεψε καταφατικά. «Ναι, στο Κάιρ. Ελπίζω να ξαναβρώ τους συντρόφους μου.»

Ο μινώταυρος πέρασε το τσεκούρι πάνω από τον ώμο του και το στερέωσε σ’ αυτό το οποίο ο Χούμα διαπίστωσε πως ήταν ένα λουρί που εξυπηρετούσε αυτόν ακριβώς το σκοπό. Ήταν το ένα από τα δύο μόνο ρούχα που φορούσε ο Καζ – το δεύτερο ήταν ένα είδος φούστας ή μεγάλου πανιού για τη μέση.

«Φοβάμαι πως το Κάιρ δεν είναι η πιο σωστή επιλογή αυτή τη στιγμή, αλλά δε θα προσπαθήσω να σε μεταπείθω.»

«Γιατί;»

Ο Καζ έκανε ένα μορφασμό σαν απομίμηση ανθρώπινου χαμόγελου, γεμάτου ανυπομονησία. «Τώρα το Κάιρ είναι στην πρώτη γραμμή. Τα ξαδέρφια μου, τα ογκρ, πρέπει να βρίσκονται εκεί – ακόμα και τώρα που μιλάμε.» Γέλασε πνιχτά κι ακούστηκε ξανά σαν ταύρος που ρουθουνίζει. «Θα είναι λαμπρή μάχη. Μακάρι να ήμουν εκεί.»

Ο Χούμα μόρφασε μπροστά στη φανερή ευχαρίστηση που έβρισκε στους σκοτωμούς ο καινούριος του σύντροφος. Ήταν προφανές ότι κάποιες από τις ιστορίες σχετικά με τους μινώταυρους ήταν αληθινές.

Ο Χούμα έκανε κουράγιο και σκούπισε το αίμα που ξεραινόταν πάνω στο σπαθί του. Έριξε μια σύντομη ματιά στον καινούριο του σύντροφο, ο οποίος έδειξε να διακρίνει τον αποτροπιασμό που αποτυπωνόταν στο πρόσωπό του.

«Μπορείς να έρθεις μαζί μου ή να γυρίσεις στους δικούς σου, Καζ» είπε ο Χούμα. «Ό,τι αποφασίσεις. Ίσως δεις την Ιπποσύνη να σε καλοδέχεται σαν αποστάτη.»

Ο Καζ δε δίστασε. «Καταλαβαίνω μερικά αισθήματά σου, Ιππότη της Σολάμνια. Αντιλαμβάνομαι πολύ καλά τις διαφορές μας. Σου έχω χρέος όμως και προτιμώ να αντιμετωπίσω τους συντρόφους σου παρά να γυρίσω στους δικούς μου και να βασανιστώ αργά πριν από την εκτέλεσή μου. Δεν έχω καμιά όρεξη να βρεθώ στο τρυφερό έλεος των ογκρ.»

Κάτι ούρλιαξε μέσα στη νύχτα, πολύ μακριά τους. Λύκος ήταν, κατέληξε ο Χούμα, αλλά πάλι όχι. Ήταν πολύ ψυχρό, πολύ κακόβουλο.

«Καλύτερα να φύγουμε» είπε βιαστικά ο Καζ. «Δεν είναι μέρος αυτό για να περάσουμε τη νύχτα. Η μυρωδιά του θανάτου θα φέρει σίγουρα επισκέπτες – κι εγώ, ιππότη, προτιμώ να φύγουμε.»

Τα μάτια του Χούμα ήταν ακόμα καρφωμένα προς την κατεύθυνση της κραυγής. Έγνεψε, κοφτά, καταφατικά. Ξαφνικά ήταν πολύ ευχαριστημένος που είχε παρέα του το μινώταυρο. «Σύμφωνοι.» Άπλωσε το δεξί του χέρι σε ένδειξη φιλίας. «Το όνομά μου, φίλε Καζ, είναι Χούμα.»

«Χούμα.» Η πίεση του χεριού του Καζ στην παλάμη του Χούμα δεν ήταν αρκετή για να του σπάσει τα κόκαλα, αλλά δεν απείχε και πολύ. «Ρωμαλέο όνομα. Όνομα πολεμιστή.»

Ο Χούμα απομακρύνθηκε βιαστικά και μάζεψε τους σάκους του. Πόσο λάθος μπορεί να έκανε ο μινώταυρος! Πολεμιστής να σου πετύχει! Μέσα από την πανοπλία του, ο Χούμα ένιωθε κάθε κύτταρο του κορμιού του να τρέμει. Προσπάθησε να φανταστεί τον Μπένετ στη θέση του, να ενεργεί σαν ιππότης γεννημένος για να διοικεί. Αυτή η σκέψη τον εκνεύρισε ακόμα περισσότερο, γιατί ήξερε ότι ο Μπένετ δε θα κατέληγε ποτέ σε μια τέτοια κατάσταση.

Έφυγαν από τον καταυλισμό αφήνοντας τη φωτιά του να αργοσβήνει και τα απομεινάρια του σκόρπια, και τράβηξαν προς την κατεύθυνση που είχε διαλέξει ο Χούμα. Κανείς τους δε μιλούσε, για διάφορους λόγους. Πίσω τους –ευτυχώς όχι πιο κοντά από ό,τι νωρίτερα– το ουρλιαχτό ακούστηκε ξανά.

Загрузка...